διαστείχω

διαστείχω, [tense] aor. -έστῐχον (v. infr.),
A go through or across, πόλιν, γύαλα, E.Andr.1090,1092.
2 c. gen., δ. πλούτου walk in ways of wealth, Pi.I.3.17.
3 go one's way,

ἀνεγρομένη γε διέστιχε Theoc. 27.69

; walk, AP12.85 (Mel.), Coluth.215.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαστείχω — (Α) 1. διέρχομαι, διαβαίνω 2. φρ. «διαστείχω πλούτου» έχω άφθονα πλούτη …   Dictionary of Greek

  • διαστείχει — διαστείχω go through pres ind mp 2nd sg διαστείχω go through pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστείχοντα — διαστείχω go through pres part act neut nom/voc/acc pl διαστείχω go through pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστείχουσι — διαστείχω go through pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διαστείχω go through pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστείχουσιν — διαστείχω go through pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διαστείχω go through pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διέστειχον — διαστείχω go through imperf ind act 3rd pl διαστείχω go through imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διέστιχον — διαστείχω go through aor ind act 3rd pl διαστείχω go through aor ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστείχειν — διαστείχω go through pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστείχοντας — διαστείχω go through pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστείχοντες — διαστείχω go through pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστείχουσα — διαστείχω go through pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.